Με τον όρο διαταραχή άρθρωσης, αναφερόμαστε σε δυσκολία παραγωγής των φωνημάτων που παραμένουν μετά την φυσιολογική ηλικία κατάκτησης των φωνημάτων. Συνήθως τα παιδιά μπορεί να αντικαθιστούν με άλλα φωνήματα πχ. Σελω- θέλω, να παραλείπουν φωνήματα πχ. Εα- έλα, να απλοποιούν συμπλέγματα τίβω-τρίβω. Οι δυσκολίες αυτές μπορεί να οφείλονται σε αδυναμία των μυών και των νεύρων που σχετίζονται με την άρθρωση πχ αδύναμη γλώσσα, δυσκολία ανύψωσης της γλώσσας ή σε προβλήματα στη δομή των οργάνων της άρθρωσης.

Η Φωνολογική διαταραχή σχετίζεται με δυσκολία στην αντίληψη, επεξεργασία και οργάνωση των ήχων που υπάρχουν στο φωνολογικό μας σύστημα, με αποτέλεσμα η ομιλία να είναι δυσκατάληπτη. Για να κάνουμε την διάγνωση θα πρέπει να απορριφθεί η ύπαρξη νευρολογικής ή ανατομικής διαταραχής. Οι δυσκολίες που παρατηρούνται στην άρθρωση είναι λόγω ανωριμότητας ή διαταραχής του φωνολογικού συστήματος. Τα λάθη που κάνουν τα παιδιά μοιάζουν με αυτά της αρθρωτικής διαταραχής όπως αντικαταστάσεις, παραλείψεις, απλοποιήσεις αλλά οφείλονται σε διαφορετική αιτία.
Η δυσαρθρία είναι μια κινητική διαταραχή του λόγου και είναι αποτέλεσμα παράλυσης, αδυναμίας και έλλειψης συγχρονισμού των μυών της ομιλίας. Τα συμπτώματα που περιλαμβάνει είναι δυσκολίες στην αναπνοή, φώνηση, ηχηρότητα, άρθρωση και προσωδία. Οι αιτίες που τη δημιουργούν συνήθως έχουν νευρολογικό υπόβαθρο και μπορεί να είναι ένα εγκεφαλικό επεισόδιο, μια κρανιοεγκεφαλική κάκωση, ένας όγκος, ένα σύνδρομο, η νόσος του Πάρκινσον. Υπάρχουν διάφορα είδη δυσαρθρίας όπως η σπαστική, <<χαλαρή>>, αταξική, εξωπυραμιδική, μικτή.

Η ταχυλαλία είναι μια διαταραχή ροής του λόγου. Στην ταχυλαλία, η άρθρωση δεν είναι καθαρή με συχνές εισπνοές και ακατάστατο ρυθμό στην εκφώνηση των λέξεων. Η ομιλία έχει ένα γρήγορο ρυθμό, οι λέξεις προφέρονται βιαστικά, παραποιημένα και έχουν ως αποτέλεσμα, η ομιλία να μη γίνεται πλήρως κατανοητή και η επικοινωνία δύσκολη. Οι επιπτώσεις της ταχυλαλίας στο άτομο δεν περιορίζονται μόνο στην προφορά συχνά επεκτείνονται και στο γραπτό λόγο, όπου μπορεί να παρουσιάζει έναν άστατο γραπτό λόγο με παραλείψεις γραμμάτων και παραποίηση λέξεων.

Η επιλεκτική αλαλία είναι μια διαταραχή που συναντάται κυρίως στην παιδική ηλικία με δυσκολία του ατόμου να επικοινωνήσει και να ανταποκριθεί με άτομα που δε νιώθει οικεία ή κάτω από συγκεκριμένες καταστάσεις. Τα άτομα αυτά επικοινωνούν με τους οικείους τους, αλλά πολλές φορές παρουσιάζουν φοβία προς την ομιλία, την κοινωνική αλληλεπίδραση. Συνήθως συστήνετε παραπομπή σε Λογοθεραπευτή και Ψυχολόγο όπου αξιολογούνται βασικοί τομείς (όπως το νοητικό επίπεδο, η αντίληψη και η κατανόηση του λόγου κ.α.). Σημαντική είναι και η απόκλιση άλλων διαταραχών που παρουσιάζουν κοινά συμπτώματα με την Επιλεκτική Αλαλία.
Οι δυσφωνίες είναι διαταραχή της φωνής λόγω παθήσεων του λάρυγγα. Οι δυσφωνίες παρατηρούνται στη σχολική ηλικία σε ποσοστό 5% – 40% και τα αγόρια είναι πιο επιρρεπή σε σχέση με τα κορίτσια. Οι δυσφωνίες στα παιδιά μπορεί να είναι συγγενείς ή επίκτητες, όπως σε περιπτώσεις λαρυγγικού ιστού, κύστες των φωνητικών χορδών, θηλωμάτων του λάρυγγα και πολυπόδων. Η συχνότερη αιτία δυσφωνιών στα παιδιά είναι τα φωνητικά οζίδια και ως πιθανότερα αίτια αναφέρονται η φωνητική κατάχρηση και το τραύμα. Τα κύρια συμπτώματα φωνής μπορεί να είναι η βραχνάδα, η τραχύτητα και η πιεσμένη φωνή. Μπορεί να επηρεαστούν η ένταση και το ύψος της φωνής.

Οι μαθησιακές δυσκολίες αναφέρονται σε δυσκολίες που  που αντιμετωπίζουν τα παιδιά στον  μαθησιακό τομέα. Οι δυσκολίες αυτές συνήθως συνυπάρχουν με δυσκολίες και σε άλλους τομείς όπως στην μνήμη, στην προσοχή, στον προσανατολισμό, στην ακουστική και οπτική αντίληψη, στην οργάνωση, στον οπτικοκινητικό συντονισμό κλπ.  Ο ειδικός παιδαγωγός είναι αυτός που θα αξιολογήσει και βάσει των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης , καλείται να θέσει στοχοθεσία η οποία θα είναι προσαρμοσμένη στις ανάγκες και την προσωπικότητα του καθώς υπάρχει σεβασμός και αποδοχή στον ρυθμό μάθησης και στην διαφορετικότητα του κάθε παιδιού.

Η Σημασιολογική -Πραγματολογική διαταραχή είναι μία διαταραχή που η δυσκολία επικεντρώνεται σε σημασιολογικό επίπεδο και πραγματολογικό επίπεδο. Τα άτομα αυτά έχουν δυσκολίες στην κατανόηση αφηρημένων εννοιών, λέξεων που αναφέρονται σε συναισθήματα και συγκινήσεις, ιδιωματισμών, μεταφορών και παροιμιών, τα οποία αντιλαμβάνονται με την κυριολεκτική τους σημασία, της κεντρικής ιδέας μιας πρότασης ή συζήτησης με αποτέλεσμα να αλλάζουν το θέμα της συζήτησης απότομα. Ακόμα δυσκολεύονται στην κατανόηση της αρχής και της εναλλαγής σειράς σε έναν διάλογο, συχνά μπορεί να διακόπτουν τον συνομιλητή τους και άλλες φορές να σιωπούν σε ακατάλληλες στιγμές ή να μιλούν με πολύ χαμηλόφωνη ή έντονη φωνή. Μπορεί να μιλούν για θέματα που δεν τραβούν την προσοχή του συνομιλητή τους, να μακρηγορούν και να «χάνονται» σε πολλές λεπτομέρειες, με αποτέλεσμα ο συνομιλητής τους να χάνει το ενδιαφέρον του, χωρίς να έχουν επίγνωση για την ακατάλληλη αυτή συμπεριφορά τους με αποτέλεσμα να δείχνουν σα να είναι αγενείς. Ο ρόλος του λογοθεραπευτή είναι να
κάνει έγκαιρη αξιολόγηση των αδυναμιών και των δυνατοτήτων του παιδιού, ώστε να οργανώσει ένα εξατομικευμένο θεραπευτικό πρόγραμμα, με στόχο την ομαλή ένταξη του παιδιού στο κοινωνικό του περιβάλλον.

Οι αισθητηριακές δυσκολίες είναι δυσκολίες που οφείλονται στην ανικανότητα επεξεργασίας της πληροφορίας που αποκτήθηκε μέσω της νευρολογικής επεξεργασίας. Το παιδί έχει δυσκολίες στο να αντιληφθεί την πληροφορίας μέσω των αισθήσεων ( αφή, ακόη, όραση κτλ) , να την αναλύσει, οργανώσει και να ανταποκριθεί πλήρως σε αυτή.

Οι διαταραχές ροής ομιλίας αναφέρονται ως τη διαταραχή της φυσιολογικής ροής της ομιλίας. Ο όρος αυτός είναι ένας γενικός όρος που συμπεριλαμβάνει τον τραυλισμό, την ταχυλαλία και τις Διαταραχές Ροής Ομιλίας μη αλλώς ταξινομούμενές.

Ο τραυλισμός είναι μια διαταραχή της ροής της ομιλίας. Χαρακτηρίζεται από διακοπτόμενη ροή ομιλίας λόγω επαναλαμβανόμενων μπλοκαρισμάτων στη ροή του λόγου, επαναλήψεων ή επιμηκύνσεων ήχων στην αρχή ή τη μέση της λέξης. Συχνά συνοδεύονται από αντανακλαστικές συσπάσεις του προσώπου ή του σώματος και σε ορισμένες περιπτώσεις από απώλεια βλεμματικής επαφής και απώλεια ελέγχου του ρυθμού της αναπνοής. Τα αίτια του τραυλισμού συνήθως είναι ψυχογενής αλλά και σε άτομα με οικογενειακό ιστορικό.

Η Νοητική Υστέρηση είναι μια διαταραχή που χαρακτηρίζεται από σημαντικά μειωμένη νοητική λειτουργία. Τα άτομα με νοητική υστέρηση παρουσιάζουν δυσκολίες σε τόμεις της γλωσσικής ανάπτυξης, στη μνήμη δεξιοτήτων, στη μάθηση κανόνων, στην επίλυση προβλημάτων και σε δεξιότητες αυτό-υπηρέτησης και φροντίδας.

Η Διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή είναι μια διαταραχή που συνήθως περιλαμβάνει ποιοτικές δυσκολίες στην κοινωνική και συναισθηματική κατανόηση, έχει δυσκολίες στον τρόπο επικοινωνίας και στη γλώσσα , περιορισμένο και στερεότυπο ρεπερτόριο δραστηριοτήτων και ενδιαφερόντων. Στις Διάχυτες Αναπτυξιακές διαταραχές βάση DSM-IV περιλαμβάνονται ο Αυτισμός, το σύνδρομο Asperger, το σύνδρομο Rett, η παιδική αποδιοργανωτική διαταραχή και η Διάχυτή μη καθοριζόμενη.

Η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας είναι μια από τις συχνότερες νευροβιολογικές διαταραχές της παιδικής ηλικίας. Τα χαρακτηριστικά συμπτώματα της ΔΕΠΥ είναι η διάσπαση προσοχής, η παρορμητικότητα και η υπερκινητικότητα. Η αναγνώριση του προβλήματος πολλές φορές συμπίπτει με την ένταξη στο σχολείο εξαιτίας των αυξημένων απαιτήσεων για συγκέντρωση και οργάνωση.
Η Ειδική Γλωσσική Διαταραχή (S.L.I.) είναι μία αναπτυξιακή γλωσσική διαταραχή όπου υπάρχει καθυστερημένη γλωσσική ανάπτυξη και δεν οφείλονται σε άλλες αιτίες όπως κώφωση, αυτισμός, νοητική υστέρηση ή ό,τι άλλο μπορεί να αιτιολογήσει μια γλωσσική καθυστέρηση. Τα παιδιά με Ειδική Γλωσσική Διαταραχή συνήθως αρχίζουν να μιλούν περίπου στην ίδια ηλικία με τα φυσιολογικά παιδιά, αλλά σημειώνουν πιο αργή πρόοδο. Συνήθως στο ιστορικό τους υπάρχει μια μικρή χρονολογική καθυστέρηση στην απόκτηση γλωσσικών ορόσημων (π.χ. πρώτη λέξη, πρώτη φράση) και γενικότερα έχουν ένα πιο βραδύ ρυθμό ανάπτυξης. Κάποια από τα χαρακτηριστικά των παιδιών αυτών είναι σε φωνολογικό επίπεδο, εμφανίζουν αντικαταστάσεις φωνημάτων, παραλείψεις, μεταθέσεις κ.α. Συχνά καθυστερούν να «καθαρίσουν» την ομιλία τους, αργώντας να προφέρουν σωστά όλους τους φθόγγους και αργούν να κατανοήσουν τις χρονικές έννοιες (“χτες” και “αύριο”, “πριν” και “μετά”). Σε σημασιολογικό επίπεδο ο λόγος παρουσιάζει στοιχεία ανωριμότητας και είναι άμεσα συνδεδεμένος με το παρόν, κάτι το όποιο δείχνει την δυσκολία στην ανάκληση πληροφοριών, συμβολική και αφαιρετική σκέψη. Μπερδεύουν μεταξύ τους λέξεις με κοντινές σημασίες, όπως το “μακρύς” με το “ψηλός”, το “έφαγα” με το “έχω φάει”. Σε πραγματολογικό επίπεδο δυσκολεύονται να διατηρήσουν θέμα συζήτησης ή να μεταβούν ομαλά σε ένα καινούριο θέμα. Δυσκολία έχουν στο ζητάνε και να δίνουν διευκρινίσεις. Σε συντακτικό επίπεδο έχουν μικρό μέσο μήκος πρότασης σε σχέση με την ηλικία τους. Χρησιμοποιούν τους γραμματικούς κανόνες πιο απλουστευμένους σε σχέση με τα συνομήλικα. Ακόμα παραλείπουν άρθρα, συνδέσμους, προθέσεις.
Η ενίσχυση των κοινωνικών δεξιοτήτων απευθύνονται σε άτομα όπου δυσκολεύονται σε δεξιότητες που έχουν να κάνουν με τις διαπροσωπικές σχέσεις, με τη συνεργασία, με την επίλυση προβλημάτων, την πρωτοβουλία τους, την κοινωνική συμπεριφορά και την αυτοπεποίθησή τους.

Ως μορφοσυντακτικές δυσκολίες ορίζονται οι δυσκολίες του παιδιού ως προς το χειρισμό της γλώσσας σε επίπεδο μορφολογίας και σύνταξης. Τα παιδιά συχνά κάνουν λάθη μορφολογικά όπως να παραλείπουν τα άρθρα ή να αλλάζουν τα άρθρα πχ ο μπάλας, ακόμα να χρησιμοποιούν λάθος ρηματικό τύπο σε σχέση με το πρόσωπο ή το χρόνο πχ εγώ έπαιξες. Ακόμα πολλές φορές εμφανίζουν δυσκολία στη σύνταξη του λόγου πχ να χρησιμοποιούν απλές προτάσεις και καθόλου δευτερεύουσες, να κάνουν συχνή χρήση του παρατακτικού ΄΄και΄΄ με αποτέλεσμα ο λόγος τους να μοιάζει με τον λόγο παιδιού μικρότερης ηλικίας.

Λογοθεραπεία – Διαταραχή

Τα τελευταία  χρόνια ο κλάδος της Λογοθεραπείας έχει γίνει ευρέως γνωστός καθώς όλο και περισσότερα παιδιά  δέχονται παρεμβάσεις. Δεν είναι πολλές οι φορές που πολλοί φίλοι, συγγενείς που παρακολουθούν πρόγραμμα παρέμβασης Λογοθεραπείας το αποκαλούν ως «μόδα της εποχής». Στο παρών άρθρο θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε την επιστήμη της Λογοθεραπείας και πως ένας ειδικός κρίνει εάν ένα παιδί χρειάζεται θεραπευτική παρέμβαση.

Αρχικά, η επιστήμη της Λογοθεραπείας αναπτύχθηκε στο εξωτερικό κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα. Στην Ελλάδα αναπτύχθηκε η επιστήμη με καθυστέρηση δεκαετιών. Πλέον, είναι αναγνωρίσιμη από το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα και συνεχίζει και αναπτύσσεται συνεχώς (Γλύκας& Καλομοίρης,2003).

Η επιστήμη της Λογοθεραπείας ασχολείται με την πρόληψη, αξιολόγηση, διάγνωση και τη θεραπεία της ομιλίας, λόγου, επικοινωνίας, φωνής και κατάποσης σε παιδιά και ενήλικες (American Speech Language Hearing American- ASHA, 1993). Σύμφωνα με το  ICD-10(2008), οι διαταραχές λόγου περιλαμβάνουν:

  • Διαταραχή έκφρασης της γλώσσας

Η Διαταραχή έκφρασης της γλώσσας είναι μια αναπτυξιακή διαταραχή όπου ο προφορικός λόγος βρίσκεται χαμηλότερα από το αντίστοιχο επίπεδο για τη νοητική του ηλικία, ενώ η κατανόηση της γλώσσα είναι φυσιολογική.

  • Αντιληπτική διαταραχή της γλώσσας

Η αντιληπτική διαταραχή της γλώσσας είναι μια αναπτυξιακή διαταραχή όπου η ικανότητα κατανόηση του λόγου είναι χαμηλότερη από το αντίστοιχο νοητικό επίπεδο της ηλικίας.

Στις διαταραχές ομιλίας περιλαμβάνονται η φωνολογική διαταραχή, η διαταραχή άρθρωσης, η απραξία, η δυσαρθρία και ο τραυλισμός. Οι διαταραχές αυτές εμφανίζουν δυσκολία άρθρωσης λόγω της επίδρασης στον έλεγχο των κινήσεων των οργάνων της άρθρωσης ή εξαιτίας ανατομικών ανωμαλιών στα όργανα της άρθρωσης (γλώσσα, χείλη, υπερώα κτλ.)( Νικολόπουλος, 2008).

Στις διαταραχές της φωνής ανήκουν οι διαταραχές στη φωνή ή στην αντήχηση. Οι διαταραχές φωνής μπορεί να είναι οργανικής αιτίας (νευρολογικές παθήσεις, ασθένειες του λάρυγγα κτλ.) και σε μη οργανικές αιτίες (κακή χρήση του φωνητικού συστήματος) (Plante & Beeson, 2012).

Στις διαταραχές κατάποσης περιλαμβάνονται οι νευρογενείς δυσφαγίες, ψυχογενής δυσφαγία και η δυσφαγία από δομικές μεταβολές των οργάνων κατάποσης (Μεσσήνης & Αντωνιάδης, 2001).

Η Γλώσσα και η ομιλία ακολουθεί μια σταδιακή ανάπτυξη. Σύμφωνα με τον Δράκος(1999), η γλωσσική εξέλιξη του παιδιού περιλαμβάνει την ανάπτυξη του φωνολογικού συστήματος η οποία είναι η προετοιμασία για τη μετέπειτα συντακτική και σημασιολογική του εξέλιξη. Τα στάδια αυτά είναι:

  1. Άναρθρες κραυγές (κλάμα): 0-3 μηνών
  2. Βάβισμα- Ψέλλισμα: 4-5 μηνών
  3. Ιδιόρρυθμες λέξεις: 8 μηνών
  4. Μεμονωμένες λέξεις: 12 μηνών
  5. Τηλεγραφικός λόγος: 18 μηνών
  6. Εμπλουτισμός λεξιλογίου: 2 χρονών
  7. Ραγδαία αύξηση του λεξιλογίου: 2 1⁄2 χρονών
  8. Σχηματισμός προτάσεων: 3 χρονών

    Ο Λογοθεραπευτής είναι ο ειδικός που είναι ειδικευμένος να αξιολογήσει και να διαμορφώσει το θεραπευτικό πρόγραμμα παρέμβασης στηριζόμενος σε διαγνωστικά εργαλεία εξειδικευμένα για κάθε διαταραχή. Η επιλογή του τρόπου αξιολόγησης εξαρτάται από την ηλικία του παιδιού, τον τρόπο που επικοινωνεί, τη κατανόηση και έκφραση του λόγου όπως και στη συνύπαρξη άλλων διαταραχών.

    Η πιο συχνή ερώτηση που δέχονται οι Λογοθεραπευτές είναι πως θα καταλάβω αν το παιδί μου χρειάζεται Λογοθεραπεία. Ας δούμε κάποια χαρακτηριστικά παρακάτω:

  • Τα πρώτα χρόνια της ζωής ενός παιδιού είναι καθοριστικά σε όλους τους τομείς. Στον τομέα της γλώσσας είναι σημαντική η περίοδος από τη γέννηση έως 6 ετών. Δε θα πρέπει να ξεχνάμε ότι το κάθε παιδί έχει το δικό του αναπτυξιακό ρυθμό παρ’όλα αυτά υπάρχουν αναπτυξιακά ορόσημα που μας κατευθύνουν. Συνήθως, η μη έγκαιρη αντιμετώπιση δυσκολιών στο λόγο σχετίζονται με μετέπειτα μαθησιακές δυσκολίες, συναισθηματικές διαταραχές, προβλήματα κοινωνικότητας κτλ. (Κάτη,2000· Παπαηλιού,2016).
  • Πιο αναλυτικά, ένα παιδί στην ηλικία των 1,5-2 ετών θα πρέπει να:χρησιμοποιεί 50-100 λέξεις(κυρίως ουσιαστικά), κατανοεί 300 λέξεις, αρχίζει να συνδυάζει ουσιαστικά με ρήματα, ανταποκρίνεται σε ήχους και ερεθίσματα, ακολουθεί απλές εντολές, καταλαβαίνει βασικές κατηγορίες( πχ φαγητά, παιχνίδια), απαντά στην ερώτηση <<τι είναι αυτό;>>, αρχίζει να χρησιμοποιεί αντωνυμίες.
  • Στην ηλικία των 2-3 θα πρέπει να:επικοινωνεί για τις σωματικές του ανάγκες, ζητάει αντικείμενα με το όνομα τους, δείχνει εικόνες, ακολουθεί απλές εντολές, να απαντά σε απλές ερωτήσεις, χρησιμοποιεί φράσεις 2-4 λέξεων, χρησιμοποιεί άρθρα, το αντιληπτικό του λεξιλόγιο να είναι 500-900 λέξεις, το εκφραστικό 50 έως 250 λέξεις και ο λόγος του να είναι καταληπτός 50-75%.
  • Στην ηλικία των 3-4 θα πρέπει να: χρησιμοποιεί 800-1.500 λέξεις, καταλαβαίνει 1.200-2.000 λέξεις, εκτελεί διπλές- τριπλές εντολές, χρησιμοποιεί 4-5 λέξεις στις προτάσεις, έχει ομιλία περίπου 80% καταληπτή, χρησιμοποιεί πληθυντικό , αντωνυμίες, αόριστο και μελλοντικούς χρόνους, διατηρεί θέμα συζήτησης.
  • Στην ηλικία των 4-5 θα πρέπει να: χρησιμοποιεί 900-2.000 λέξεις, καταλαβαίνει 10.000, σχηματίζει προτάσεις 4-8 λέξεις, μετρά μέχρι το 10, ακούει μικρές ιστορίες και απαντά σε ερωτήσεις, χρησιμοποιεί γραμματική σαν των ενηλίκων, κάνει ερωτήσεις και ενδιαφέρεται για την σημασία των λέξεων, μιλά για τις εμπειρίες του στο σχολείο (Φιλιππάκη- Warburton,1992·Πήτα,1998· Παπαηλιού,2016· Μότσιου,2017).

Συμπερασματικά, ο Λογοθεραπευτής μέσα από τα διαγνωστικά εργαλεία που έχει στη διάθεσή του και την εκτίμησή του, βάσει των ελλειμμάτων που παρουσιάζει ένα παιδί στο λόγο και στην ομιλία του, είναι υπεύθυνος να προτείνει και να σχεδιάσει ένα εξατομικευμένο πρόγραμμα. Κλείνοντας, θα ήθελα να επισημάνω πώς σε αντίθεση με όσους ονοματίζουν τη Λογοθεραπεία ως ¨μόδα της εποχής¨, η Λογοθεραπεία είναι επιστήμη και ως επιστήμη συνεχώς εξελίσσεται, δημιουργεί νέα δεδομένα και η ενημέρωση του κόσμου είναι μεγαλύτερη. Η Λογοθεραπεία είναι μια επιστήμη απαραίτητη σε πλήθος ατόμων που εμφανίζουν δυσκολίες λόγου και ομιλίας. Ας μην ξεχνάμε ότι όσο πιο σύντομα υπάρξει η διάγνωση ενός προβλήματος τόσο πιο αποτελεσματική θα είναι η αντιμετώπιση του.

Βιβλιογραφικές Αναφορές

American Speech – Language – Hearing Association. (1993). Definitions of Communication Disorders and Variations. Ανακτήθηκε 11-11-2020, από́ https://bit.ly/2GPXlZb

Γλύκας, Μ. & Καλομοίρης, Γ. (2003). Διαταραχές επικοινωνίας και λόγου: Πρόληψη, έρευνα, παρέμβαση και νέες τεχνολογίες στην υγεία. Αθήνα: Εκδόσεις Ελληνικά́ Γράμματα.

Δράκος, Γ. (1999). Ειδική́ παιδαγωγική́ των προβλημάτων λόγου και ομιλίας: Λογοπαιδεία – λογοθεραπεία: παιδοψυχολογικές και λογοθεραπευτικές στρατηγικές στην προσχολική́ και σχολική́ ηλικία. Αθήνα: Εκδόσεις Άτροπος

Κατή., Δ. (2000). Γλώσσα και επικοινωνία στο παιδί (Δ΄εκδ.). Αθήνα: Εκδόσεις Οδυσσέας.

Μότσιου Ε. (2017). Αποκλίσεις(«Λάθη») στον παιδικό λόγο: Βασικές κατηγορίες ανά́ γλωσσικό́ επίπεδο με παραδείγματα.

Νικολόπουλος, Δ. (2008). Γλωσσική́ ανάπτυξη και διαταραχές. Αθήνα: Εκδόσεις Τόπος

Μεσσήνης, Λ. & Αντωνιάδης, Γ. (2001). Διαταραχές της κατάποσης – δυσφαγία, νευρολογικά́ στοιχεία και χειρισμός. Αθήνα: Εκδόσεις Έλλην.

Παπαηλιού., Χ. (2016). Η ανάπτυξη της γλώσσας:  Θεωρητικές προσεγγίσεις και ερευνητικά δεδομένα από την τυπική και αποκλίνουσα γλωσσική συμπεριφορά. Αθήνα: Παπαζήση.

Πήτα Ρ. (1998). Ψυχολογία της Γλώσσας( ζ’εκδ.).Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Plante, E. & Beeson, P. M. (2012). Η ανθρώπινη επικοινωνία και οι διαταραχές της. Αθήνα: Επιστημονικές Εκδόσεις Παρισιανού Α.Ε.

Φιλιππάκη-Warburton Ειρήνη(1992). Εισαγωγή στην θεωρητική γλωσσολογία. Αθήνα: Νεφέλη.

kampungbet kampungbet